.

Κυριακή, 5 Νοεμβρίου 2017

Πώς είναι καταγεγραμμένα τα χωριά Βλυζιανά-Μαχαιρά-Μπαμπίνη-Αγράμπελο και Χρυσοβίτσα στο Δήμο Ξηρομέρου (Σημαντικά Ιστορικά Στοιχεία για την Περιοχή)



Βλυζιανά

Τα Βλυζιανά είναι ένα μικρό ορεινό χωριό του κεντρικού Ξηρομέρου, απέχει περίπου 15 χιλ. από τον Αστακό και είναι χτισμένο σε υψόμετρο 440 μ. ανάμεσα στα Ακαρνανικά όρη.

Το χωρίο καταγράφεται το 1521 στα τουρκικά κατάστιχα της εποχής ως Vliziani και κατοικούσαν σε αυτό 17 οικογένειες. Στη μεγαλύτερη ακμή του βρέθηκε από το 1562 έως το τέλος του 17ο αιώνα, που ήταν από τα πιο μεγάλα χωριά του καζά Ξηρομέρου και είχε 85 οικογένειες το 1562 και 80 το 1642. Οχτώ χρόνια αργότερα, το 1650, ο πληθυσμός των Βλυζιανών μειώθηκε σχεδόν στο μισό, αφού καταγράφηκαν μόνο 45 οικογένειες στο χωριό.

Τον επόμενο αιώνα συνεχίστηκε η μείωση του πληθυσμού του, όπως και όλου του Ξηρομέρου, ως συνέπεια των Βενετοτουρκικών πολέμων και της γενικότερης αστάθειας στη περιοχή. Στη μεγαλύτερη μείωση πληθυσμού του το χωριό έφτασε στο 1732, όπου είχε μόλις 9 οικογένειες. Στις αρχές του 19ου αιώνα (1815) είχε 10 οικογένειες.

Ανεβαίνοντας σήμερα οδικώς από το Βασιλόπουλο περνάς από το Ρόνι, την εκκλησιά της Παναγίας, όπου στο προαύλιό της βρίσκεται ένα πηγάδι. Ανεβαίνοντας στο εξωκλήσι των Αγίων Αναργύρων βλέπεις για πρώτη φορά τα νότια σπίτια του χωριού και την εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Από νότια ξεκινάει μια μικρή ανηφορική κοιλάδα από αμμόλοφους με πλούσια βλάστηση. Η ανηφόρα σταματάει από την περιοχή της Αγίας Παρασκευής, η οποία είναι χτισμένη στην είσοδο μικρής σπηλιάς.

Το χωριό απλώνεται στους ανατολικούς πρόποδες του όρους Καλοβούνι (Καλαβούνι), του οποίου η υψηλότερη κορυφή έχει υψόμετρο 917 μ. Οι Ακαρνανικές κορυφές περικλείουν το χωριό σαν πέταλο, όπου η μια του άκρη αρχίζει δυτικά από το Βασιλόπουλο, εκτείνεται βόρεια και κλείνει από το ανατολικό μέρος. Απέναντι υψώνεται επιβλητική η κορυφή Βίτσι (841μ.) με τις πολλές βελανιδιές, που στη δυτική πλευρά του σχηματίζουν δύο οριζόντιες ζώνες (ζωνάρες).

Νότια της η κορυφή Ασπρόχορτο με υψόμετρο 525 μ. Εκεί κοντά βρίσκονται και τα όρια του χωριού με το Βασιλόπουλο.

Στις πρόποδές της, από την περιοχή Σταυρός, αρχίζει μια κοιλάδα προς τα νοτιοανατολικά που φτάνει στα οροπέδια Ντοβρά και Βρίστιανα, το οποία παλαιότερα σπέρνονταν σιτηρά και σήμερα αποτελούν  πολύ καλούς βοσκοτόπους.

Δίπλα στη μικρή πλατεία βρίσκεται το κλειστό από χρόνια πετρόχτιστο Σχολείο και λιγοστά καφενεία. Λίγο πριν την πλατεία δύο πηγάδια, δείγμα της πλούσιας σε νερά περιοχής. Λίγο πιο πάνω από την πλατεία η ενοριακός ναός του Αγίου Νικολάου, που είναι χτίσμα του 18ου αιώνα. Πεντακόσια μέτρα περίπου βόρεια από τον Άγιο Νικόλαος βρίσκεται η εκκλησία του Αγίου Βλασίου.

Μέσα στο χωριό είναι εμφανή τα σημάδια μιας παλιάς ακμής, αφού είναι διάσπαρτα τα παλιά αρχοντικά σπίτια του, μερικά από τα οποία έχουν μετατραπεί σε ερείπια.

Στη βόρεια περιοχή του χωριού βρίσκεται η εκκλησία της Παναγίας της Αγίας Δευτέρας, γύρω από την οποία βρίσκονται αρκετές αιωνόβιες βελανιδιές. Η εκκλησία είναι χτισμένη στα ερείπια αρχαίου ναού, ενώ γύρω της υπάρχουν θεμελιώσεις αρχαίων κτηρίων.

Σήμερα το χωριό έχει πολύ λίγους κατοίκους και εδώ και χρόνια δεν έχει καν Δημοτικό Σχολείο. Τα λίγα παιδιά πηγαίνουν στο Καραϊσκάκη και στο Γυμνάσιο και στο Λύκειο Αστακού. Από το 1998 μέχρι και το 2010 ήταν Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμου Αστακού. Από το 2011 ανήκει στο νεοσύστατο Δήμο Ξηρομέρου.


Μαχαιρά

Όπως δείχνουν τα ευρήματα και τα λείψανα κτηρίων η περιοχή της Μαχαιράς κατοικείται από τα αρχαία χρόνια.
 Στην περιοχή βρέθηκαν αρχαίοι τάφοι (Κληματόβρουσκα, Παλιάμπελα, Χρυσοβούνι, Προίκη κ.α.). Οι δύο από αυτούς είναι του 4ο π.Χ. αιώνα και ήταν κατασκευασμένες από πλάκες Αστακού. Πολλά είναι και τα ευρήματα από αντικείμενα καθημερινής χρήσης, καθώς και νομίσματα αργυρά και χάλκινα. Στη θέση Χωραφιές κοντά στη Ρούστα σώζεται η θεμελίωση αρχαίου κτίσματος.

Την πρώτη γραπτή αναφορά για τη Μαχαιρά την έχουμε το 1521 όπου είχε 13 οικογένειες. Ύστερα από σαράντα περίπου χρόνια (1562) είχε αυξηθεί πάρα πολύ ο πληθυσμός του χωριού και είχε φτάσει τις 90 οικογένειες, οι οποίες το 1642 είχαν μειωθεί όμως στις μισές (45) και μέσα σε οχτώ χρόνια αυτές έγιναν 20. Το 1684 ήταν 18 το 1732 17 και φτάνουμε το 1815 να έχει μόνο 10 οικ. Όπως αναφέρει και ο Πουκιεβίλ το 1802 είχε πάλι 10 οικογένειες.

Ο Ληκ που πέρασε από το χωριό το 1805 αναφέρει ότι το χωριό παλαιότερα είχε καταστραφεί και η παράδοση διασώζει ότι, οι κάτοικοί του διέφυγαν στη Ζάκυνθο. Ο Ληκ πέρασε με συνοδεία Αλβανών και εντυπωσιάστηκε από τα ερείπια του χωριού. Αυτός ο οικισμός είχε δημιουργηθεί γύρω στον 5ο μ.Χ. αι. Η φυγή των κατοίκων είναι πολύ πιθανή, αφού είδαμε ότι, μεταξύ του 1562 και του 1650 ο πληθυσμός μειώθηκε κάτω από το ένα τέταρτο. Η παράδοση του χωριού λέει ότι, στη Ζάκυνθο έφτιαξαν τον οικισμό Μαχαιράδο. Πράγματι αυτός ο οικισμός αναφέρεται από το 16ο αι.
Την εποχή, δηλαδή, που ο πληθυσμός της Μαχαιράς παρουσίασε σημαντική μείωση.

Κατά την ντόπια παράδοση το όνομα Μαχαιρά προήλθε από έναν μαχαιροποιό και ντουφεξή, που είχε το εργαστήριό του εκεί, πριν από την ίδρυση του οικισμού. Το σημερινό χωρίο δημιουργήθηκε από τους γύρω οικισμούς, όπως τα Βρίστιανα, βυζαντινός οικισμός με ναούς της ίδιας εποχής, στα Βρίστιανα σώζεται τμήμα λιθόστρωτου δρόμου και το όνομα είναι βυζαντινής προέλευσης. Τα Βρίστιανα δημιουργήθηκαν περίπου το 10ο αι. και διαλύθηκαν γύρω στο 17ο αι. Οι άλλοι δύο οικισμοί που δημιούργησαν τη Μαχαιρά ήταν ο Παλιομαχαλάς και ένα οικισμό την περιοχή Μουρκόπουλου. Τα Βρίστιανα ήταν χτισμένα δυτικά του σημερινού χωριού στο ομώνυμο οροπέδιο. Οι ντόπιοι το λένε Παλιοχώρι και παρουσιάζει ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον για το χαρακτηριστικό τρόπο κατασκευής των οικιών του που ήταν χτισμένες με ξερολιθιά. Το χωριό είχε δύο πηγάδια, τον Πόντικα και το Παλιοπήγαδο. Τα αμπέλια του ήταν στη θέση Τσογκανάκια.

Ενοριακή εκκλησία ήταν της Αγίας Παρασκευή, ενώ είχε ακόμα τρεις εκκλησίες, τον Άγιο Νικόλαο, τον Άγιο Χριστόφορο και τον Άγιο Δημήτριο. Από τον Άγιο Δημήτριο μέχρι το χωριό υπήρχε καλντερίμι, τμήματα του οποίου σώζονται ακόμα.

Το παλιό χωριό Μαχαιρά βρίσκονταν στη θέση Κυράς Αμυγδαλιές και Άγιος Χριστόφορος, εκεί που είναι σήμερα το νεκροταφείο. Για την Κυρά υπάρχει σχετικός θρύλος περί κρυμμένου θησαυρού και κοσμημάτωνΕνοριακός ναός ήταν ο Άγιος Χριστόφορος που είναι κτίσμα του τέλους του 14ου αι. ή των αρχών του 15ου αι. Την εποχή γύρω αυτή πρέπει να ιδρύθηκε και ο οικισμός. Τα ίχνη των τοιχογραφιών του ναού είναι του 16ου αι.
Το κέντρο του παλιού χωριού ήταν στη θέση Μεσοχώρι.

Στην περιοχή Αλωνάκι του Γκούμα έγινε μια σύγκρουση του Δράκου Γρίβα με δερβεναγάδες.

Το 1800-1820 το χωριό ήταν τσιφλίκι του Αλή πασά. Οι τσοπάνηδες του οποίου έβοσκαν τα κοπάδια του στο απέραντο δάσος μέχρι τον Πρόδρομο. Το απέραντο αυτό δάσος χάθηκε το 1948-50 όταν δόθηκαν από το κράτος άδειες υλοτομίας σε ξυλέμπορους οι οποίοι στην κυριολεξία αφάνισαν το δάσος. Βέβαια οι ντόπιοι το είδαν αρχικά με καλό μάτι, αφού θεωρούσαν ότι «ξεφώτισε ο τόπος» και θα γίνονται καλύτερα τα σπαρτά τους και ακόμα αυξήθηκαν τα χωράφια τους.

Απελευθέρωση-νεότερα χρόνια

Στην περιοχή είχε κτήματα και ο Άγιος Τάφος Μπαμπίνης τα οποία μεταεπαναστατικά εκποιήθηκαν ή χαρίστηκαν από την Εκκλησιαστική Επιτροπή. Πολλά από αυτά τα κτήματα τα είχαν παραχωρήσει οι ίδιοι οι κάτοικοι στη Μονή και στον Πανάγιο Τάφο, όταν έφευγαν από την περιοχή, ή για να μην τους τα πάρουν οι Τούρκοι, αφού οι Τούρκοι δεν επέτρεπαν στους ραγιάδες να έχουν ακίνητη περιουσία, αλλά ούτε και κοπάδια. Στην περιοχή έβοσκαν κοπάδια που άνηκαν στον πασά ή σε άλλους Τούρκους ή Έλληνες αξιωματούχους που τα έβοσκαν Αρβανίτες και Βλάχοι.

Μετά την Επανάσταση οι κάτοικοι αυξάνονταν σταδιακά με τον ερχομό κυνηγημένων από την Ήπειρο, το Βάλτο και τα Άγραφα. Το 1830 το χωριό είχε 16 οικογένειες οι οποίες είχαν 2.010 στρ. γης ιδιόκτητα και 30 στρ. αμπέλια. Για ένα διάστημα ήταν έδρα του Δήμου Μαραθία (1836-1840) που περιλάμβανε τα χωριά Μαχαιρά, Μπαμπίνη, Μαχαλά, Σκουρτού, Χρυσοβίτσα και Πρόδρομος. Το 1840 ο Δήμος διαλύθηκε και τα χωριά, εκτός της Μπαμπίνης και της Μαχαλάς εντάχτηκαν στον Δήμο Αστακού. Γνωστοί που διατέλεσαν πάρεδροι του χωριού τον 19ο αι. είναι ο Γιάννος Παπατρέχας και ο Λεωνίδας Παπαστάμος.

Το 1844 το χωριό είχε 187 κατ. Το 1879 είχε 293 κατ., το 1889 299 και το 1907 είχε 505 κατ. σχολείο λειτουργούσε κατά διαστήματα. Το 1860 λειτουργούσε στον γυναικωνίτη της εκκλησίας με δάσκαλο τον Αναγνώστη Γεροθόδωρο (Καραμπέρη). Άλλοι δάσκαλοι που δίδαξαν κατά καιρούς ήταν ο Γιώργος Παπασπύρος από το Βασιλόπουλο, ο Ψόφιος από το Δραγαμέστο και ο Χολέβας από τα Βλυζιανά. Το 1905 διορίστηκε γραμματοδιδάσκαλος ο Δημήτρης Αδειλήνης από την Ιθάκη, ο οποίος υπηρέτησε τριάντα χρόνια. Το νέο σχολείο χτίστηκε το 1931 από τους μαστόρους που έχτισαν την εκκλησία.

Το 1912 έγινε κοινότητα. το 1920 είχε 687 και το 1940 είχε 789. Το 1981 είχε 600 κατ. Στην απογραφή του 2001 είχε 420 κατ. και έκταση 19.502 στρ. Τον Αύγουστο του 1918 τα αμπέλια του χωριού στη θέση Απάνω Αμπέλια έπαθαν μεγάλη ζημιά από πυρκαγιά που ξεκίνησε από το Μανωλόπουλο.

Στη μέση του χωριού πέρασε το 1904 ο δρόμος και άρχισε η συγκοινωνία με άμαξεςΑπό το 1906 η Μαχαιρά έγινε έδρα σταθμού Χωροφυλακής με μεταβατικό απόσπασμα λόγω της έξαρσης της εγκληματικότητας στην περιοχή. Ο πρώτος γιατρός που εγκαταστάθηκε στη Μαχαιρά ήταν ο Σπυρέλης από την Ήπειρο. Το διάστημα 1929-43 στο χωριό είχε ιατρείο ο γιατρός Γιάννης Μπέσας από την Παπαδάτου, ο οποίος δημιούργησε ποδοσφαιρική ομάδα με το όνομα Αστραπή.

Το 1943 το χωριό πυρπολήθηκε από τους Γερμανούς μετά τη Μάχη της Τσαπουρνιάς, όπου αντάρτες του τοπικού ΕΛΑΣ χτύπησαν Ιταλική φάλαγγα (Μάιος). Ανάλογη τύχη είχαν και τα γύρω χωριά. Τότε κάηκαν και τα αρχεία του χωριού, ενώ σκοτώθηκαν και μερικοί κάτοικοι. Η Μαχαιρά κάηκε την ημέρα γιορτής του πολιούχου της, στις 9 Μαΐου, ημέρα γιορτής του Αγίου Χριστοφόρου. Οι Γερμανοί έκαναν ζημιές στο χωριό και την επόμενη χρονιά.

Στα χωράφια του χωριού παρήγαγαν σιτηρά και καπνό. Τα σιτηρά τα άλεθαν σε μύλους, στα Αχυρά, στη Νύσσα ή αλλού, αφού στο χωριό υπήρχαν δύο νερόμυλοι στο Γερομπόρο, όμως λειτουργούσαν ευκαιριακά όποτε κατέβαζε νερό το ρέμα. Μια άλλη πηγή εισοδήματος ήταν και το βελανίδι που μάζευαν από το τεμάχιο που είχε το χωριό στη Μάνινα, όπως επίσης και τα αμπέλια που φυτεύτηκαν μετά την Επανάσταση του 1821.

Η κύρια ασχολία των κατοίκων ήταν η καπνοκαλλιέργεια, η οποία σταμάτησε το 2005σήμερα σημαντικός οικονομικός παράγοντας είναι η κτηνοτροφία.


Μπαμπίνη

Η Μπαμπίνη είναι χτισμένη σε υψόμετρο 230 μ. και δημιουργήθηκε από κατοίκους των γύρω οικισμών. 
Οι γύρω οικισμοί που καταστράφηκαν ή εγκαταλείφθηκαν σταδιακά είναι η Απάνω Χώρα, τα Πιστιανα, Μανωλόπουλο, Γαζί, Γαρδί, Άννινου, Αγία Άννα, Παλαιοχωράκι κ.α. Το Μανωλόπουλο ήταν ανάμεσα Σκουρτούς και Μπαμπίνης και ερημώθηκε μετά την Επανάσταση όπως και το Γαζί, το Γαρδί και το Ανίνου. Το 1840 το Γαρδί υπήρχε και αναφέρεται ότι ήταν δίπλα στα κτήματα της Πόρτας. Τα Πιστιανά και η Απάνω Χώρα βρίσκονταν βόρεια του σημερινού χωριού, προς την Πόρτα, και μάλλον η Απάνω Χώρα ονομάζονταν και Άγιος Γεώργιος. Κάτοικοι από τα Πιστιανά μετακόμισαν και ίδρυσαν τα Βλυζανά μαζί με τους κατοίκους του οικισμού Παλαιοχώρι. Πολλοί ήταν αυτοί που ήρθαν από την Ήπειρο και τα Άγραφα, αλλά και από τα γύρω χωριά τον εικοστό αιώνα και κυρίως από τα Βλυζιανά.

Η έκταση της κοινότητας είναι δεκαπέντε τετραγωνικά χιλιόμετρα, το 15% της οποίας είναι καλλιεργήσιμη, το 5% βοσκότοποι και το υπόλοιπο βουνό και μικροί λόφοι με πυκνή βλάστηση, κυρίως πουρναριών, αργιοαχλαδιών, αριών κ.α.

Γύρω στο 1830 η Μπαμπίνη είχε 250 στρέμματα αμπέλια, ενώ το υπόλοιπο Ξηρόμερο είχε όλο μαζί 200 στρέμματα. Το κρασί της ήταν περίφημο και ξακουστό, από την εποχή της Τουρκοκρατίας όπου εξάγονταν στην Ευρώπη. Στις αρχές του 17ου αιώνα οι εξαγωγές κρασιού έφταναν τις 800 βαρέλες το χρόνο, περίπου 40.000 οκάδες ή 52.000 κιλά. Ο Άγγλος τοπογράφος και νομισματολόγος Ουίλιαμ Μάρτιν Λήκ που πέρασε από το χωρίο γράφει στο ημερολόγιο του ότι τα αμπέλια της Μπαμπίνης έδιναν 500 βαρέλια των 50 οκάδων κρασί το χρόνο. Στην περιοχή γύρω από το χωριό υπάρχουν πολλά δέντρα, συκιές που κάνουν άσπρα και μαύρα σύκα, αχλαδιές και βελανιδιές (δέντρα) και άλλα είδη αγρίων δέντρων απομεινάρια του πυκνού Ακαρνανικού δάσους. Πάνω δε στις αχλαδιές, τις κυδωνιές, τις συκιές και τα άλλου είδους δέντρα σκαρφαλώνουν μεγάλες κληματαριές που κάνουν μαύρα και κίτρινα σταφύλια.

Σημαντικό εισόδημα των κατοίκων της Μπαμπίνης, όπως και όλων των Ξηρομερτών ήταν το βελανίδι. Η Μπαμπίνη είχε δικό της τεμάχιο κοντά στη Γουριώτισσα και κάθε χρόνο μάζευαν βελανίδι μέχρι και πριν από 40 περίπου χρόνια.

Μετά την Απελευθέρωση ανήκει από το 1836 έως το 1840 στο Δήμο Μαραθίας και ήταν για ένα διάστημα έδρα του Ειρηνοδικείου Ξηρομέρου. Το 1844 είχε κατοίκους. Από το 1840 μέχρι το 1912 που έγινε αυτόνομη Κοινότητα, άνηκε στο Δήμο Εχίνου. Ο Δήμος Εχίνου το 1861 είχε 5.105 κατοίκους και κατατάσσονταν στους δήμους Β΄ τάξης. Στα τέλη του 19ου αιώνα είχε αρκετό πληθυσμό και τρεις αλευρόμυλους, των αδερφών Μπαμπινιώτη και των Μουσέ-Τσικλητήρα και του Χρυσικού. Το 1889 υπήρχαν στο Δήμο Εχίνου 9 σχολεία με 232 μαθητές και 37 μαθήτριες. Η Μπαμπίνη είχε σχολείο με δημοδιδάσκαλο και χωρίζονταν σε αρρένων και θηλέων, στο θηλέων ήταν δημοδιδάσκαλος η Ελένη Βρετού και μάλλον διευθύντρια και των δύο σχολείων. Από το Μπαμπίνη διετέλεσαν πάρεδροι του Δήμου Εχίνου κατά καιρούς: ο Θεόδωρος Παλιούρας, ο Κώστας Ράπτης, ο Φώτης Πιπερίγκος, ο Γιάννης Κατερινόπουλος και ο Σπύρος Κυριαζής.

Από το 1923-26 δύο μαθητές του γυμνασίου εκδίδουν στο χωριό σε τακτά χρονικά διαστήματα χειρόγραφη εφημερίδα με τίτλο "Νέα του Ξηρομέρου". Το 1930 μια ομάδα νέων φτιάχνουν μια ερασιτεχνική θεατρική ομάδα και έδιναν παραστάσεις. Η πολύπλευρη αυτή πολιτιστική δραστηριότητα των νέων του χωρίου οφείλεται κυρίως στους άξιους δασκάλους τους. Όπως η δημοδιδάσκαλος Ελένη Βρετού στο σχολείο Θηλέων και ο δάσκαλος πρωτοβάθμιος Επ. Παπα-Σπυρίδωνας. Σημαντική προσωπικότητα ήταν και ο δάσκαλος Στάθης Γιαννακόπουλος που υπηρέτησε στο χωριό για τριάντα περίπου χρόνια (1910-1938). Στα χρόνια του το μικρό σχολείο του χωριού είχε αναπτύξει πλούσια πολιτιστική δραστηριότητα, μετατρέποντας το χωριό σε ένα μικρό εργαστήρι γραμμάτων. Όσοι νέοι συνέχιζαν τις σπουδές τους πήγαιναν στα σχολαρχεία της Μαχαλάς, του Αστακού, της Κατούνας και της Αμφιλοχίας.

Τα παιδιά της έλαβαν μέρος σε όλους τους πολέμους μετά την Επανάσταση, ελληνοτουρκικούς, Βαλκανικούς, Μ. Ασία, Παγκόσμιους, ακόμα και της Κορέας.

Οι κάτοικοι στου Μπαμπίνη ήταν το 1879 ήταν 632, το 1889 ήταν 648, το 1896 ήταν 698, το 1907 ήταν 812, με απόλυτη ισορροπία σε άνδρες και γυναίκες, 406 για κάθε φύλο. Αργότερα, το 1920 (Απογραφή 19 /12/1920), ήταν 807 (399 άνδρες και 408 γυναίκες). Το 1928 780 κάτοικοι (391 άνδρες και 389 γυναίκες), σ' αυτούς δεν περιλαμβάνονταν οι 69 σκηνίτες (39 άνδρες και 30 γυναίκες) που έμεναν έξω από το χωριό κοντά στις στάνες τους. Το 1940 ήταν 827, άνδρες και γυναίκες. Στην απογραφή του 1961 ήταν 684, το 1981 ήταν 528, ενώ στην απογραφή του 1991 είχαν λιγοστέψει ακόμα περισσότερα και έφταναν τους 467 και στην τελευταία απoγραφή του 2001 είχε 418 κατοίκους.

Και τους Μπαμπινιώτες του παρέσυρε το γενικότερο ρεύμα της μετανάστευσης της μεταπολεμικής Ελλάδος προς την Ευρώπη, Αμερική και τα μεγάλα αστικά κέντρα. Από το 1998 το χωρίο είναι Δημοτικό Διαμέρισμα του Δήμο Αστακιωτών, ενώ με την μεταρρύθμιση του « Καλλικράτη» ανήκει στον δήμο Ξηρομέρου. Οι κάτοικοι ασχολούνταν μέχρι πριν λίγα χρόνια με την καπνοκαλλιέργεια.
 Σήμερα οι περισσότεροι ασχολούνται κυρίως με την κτηνοτροφία και λιγότερο με τη γεωργία.


Αγράμπελο

Μέσα στην καρδιά του βελανιδοδάσους του Ξηρομέρου σε υψόμετρο 220 μέτρα χτίστηκε αμφιθεατρικά το μικρότερο και από τα πιο όμορφα και γραφικά χωριά του Δήμου Ξηρομέρου ,Το Αγράμπελο ,ένα από τα 6 βλαχοχώρια του νομού μας. στέκει ψηλά και αγναντεύει περήφανα τον κάμπο του Αγραμπέλου-Χρυσοβίτσας και τα περίφημα Ακαρνανικά όρη.

Στο πάνω μέρος του χωριού δεσπόζει το πευκόφυτο δασύλλιο που τις νύχτες του χειμώνα το θρόισμα του σου χαρίζει μια μελωδία ήχων που τις ακούς μόνο στις συμφωνίες του Μότσαρτ .

Στην πίσω πλευρά του λόφου, ανατολικά, βρίσκεται ο κάμπος της Μάνινας και στο βάθος το Αγρίνιο με τις λίμνες, τα χωριά και τον κάμπο του. Το χωριό έχει υπέροχη θέα και ενδείκνυται για περιπάτους και εξορμήσεις στη φύση.

Ονομασία:

Την ονομασία του την πήρε από από το πανέμορφο λουλούδι Αγράμπελη που υπάρχει στην περιοχή και ευωδιάζει τους χειμερινούς μήνες όλο το χωριό.

Ιστορία :

Η πρώτη αναφορά γίνεται στους πρώτους χρόνους της τουρκοκρατίας περίπου το 1521 μέχρι το 1684 σαν οικισμός με πολύ λίγες οικογένειες ( περίπου 10). Στα τέλη του 17ου αιώνα αρχές 18ου για άγνωστους λόγους το χωριό εγκαταλείφθηκε.

Το σημερινό χωριό δημιουργήθηκε περίπου το 1860 από νομάδες κτηνοτρόφους βλάχους που εγκαταστάθηκαν εκεί μόνιμα με επικεφαλής τον Αρχιτσέλιγκα Νταγιάντα, το όνομα του οποίου φέρει το χωριό στην βλάχικη γλώσσα.(La Ntaiante)

Το χωριό κάηκε από τους Γερμανούς το 1945 . Παλαιότερα, πριν η μετανάστευση προς το εξωτερικό και η Αθήνα αποδεκατίσει την ελληνική επαρχία, είχε πάνω από 500 κατοίκους. Μέχρι το 1978 το δημοτικό σχολείο του χωριού ήταν διθέσιο και αριθμούσε περίπου 50 μαθητές. Το 1980 έγινε μονοθέσιο και το 1989 έκλεισε οριστικά.

Στην τελευταία απογραφή του 2011 είχε 76 μόνιμους κατοίκους.

Ένας περίπατος στα στενά του χωριού δίνει στον επισκέπτη την εντύπωση ότι έχει σταματήσει προ πολλού ο χρόνος να κυλά , σε μεταφέρει σε παλαιότερες εποχές με τα ωραία πετρόχτιστα σπίτια με τις ασπρισμένες αυλές ,την όμορφη και ταπεινή εκκλησία που χτίστηκε το 1898 και γιορτάζεται στις 8 Νοεμβρίου των παμμεγίστων ταξιαρχών Μιχαήλ και Γαβριήλ ,δίπλα βρίσκεται το πετρόχτιστο δημοτικό σχολείο του χωριού, και τους υπέροχους καλοσυνάτους , γελαστούς και φιλόξενους κατοίκους του.

Οι ρίζες του χωριού είναι βλάχικες. Τα ήθη και τα έθιμα του χωριού είναι κοινά με των υπόλοιπων βλαχόφωνων χωριών και κάποια διατηρούνται μέχρι σήμερα όπως τα έθιμα του γάμου.

Οι κάτοικοι του χωριού ήταν γεωργοί και κτηνοτρόφοι. Η εργατικότητά τους και η ομαδικότητά τους ήταν χαρακτηριστική. Αν και το χωριό ήταν σχετικά απομονωμένο και λόγω της βλάχικης γλώσσας και λόγω της γεωγραφικής του θέσης (βρίσκεται στο τέρμα του κεντρικού οδικού άξονα που συνδέει τον Αστακό με τα χωριά του Δήμου), κατάφερε να αναπτυχθεί οικονομικά και να προκόψει. Βέβαια οι συνθήκες ήταν πολύ δύσκολες γι' αυτό και πολλοί κάτοικοι εγκατέλειψαν το χωριόαναζητώντας κάτι καλύτερο.

Η σχέση των κατοίκων του χωριού με το βελανιδοδάσος είναι ιδιαίτερη.

Είναι το στολίδι του χωριού μας. Τα παλιά δύσκολα χρόνια οι κάτοικοι ζούσαν πουλώντας τον καρπό της βελανιδιάς. Σήμερα, λόγω περιορισμένης κτηνοτροφίας το δάσος είναι γεμάτο με νέα μικρά δέντρα και έντονη πανίδα ,και προστατεύεται απ' όλους τους κατοίκους.



Χρυσοβίτσα

Η Χρυσοβίτσα βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα της τέως επαρχίας Βόνιτσας και Ξηρομέρου. Απέχει 15χλμ από τον Αστακό και 40 χλμ από το Αγρίνιο και το Μεσολόγγι. Το χωριό είναι κτισμένο αμφιθεατρικά σε υψόμετρο 120μ στην ανατολική πλαγιά του υψώματος Αλογοβούνι. (υψομ. 609μ.). Η περιφέρειά της περιτριγυρίζεται από τα χωριά Μαχαιράς (Β), Βασιλόπουλο, Καραϊσκάκη (Δ), Βασιλόπουλο, κτήμα Λεσινίου (Ν) Βλιζιανίτικα Πηγάδια, Αγράμπελα, Πρόδρομος (Α). Το έδαφος του χωριού είναι ημιορεινό και η περιφέρεια της φθάνει μέχρι χαμηλά στον κάμπο. Οι κάτοικοι ερμηνεύουν το σημερινό όνομα από το χρυσός τόπος, γόνιμος και με ήπιο κλίμα. Στην κοιλάδα χαμηλά στο χωριό περνάει ο ξεροπόταμος Γερομπόρος που πηγάζει από τα υψώματα της Κωνωπίνας, ενώ γύρω από το χωριό απλώνονταν το περίφημο Ακαρνανικό δάσος. 
Το χωριό αναφέρεται για πρώτη φορά την εποχή της Τουρκοκρατίας το 1521 που είχε 89 οικογένειες και το 1562 αυξήθηκε σε 135 οικογένειες. Τα επόμενα χρόνια ο πληθυσμός μειώνεται σημαντικά. Έτσι το 1642 είχε 31 οικογένειες, το 1684 23, το 1732 31, το 1815 10, ενώ το 1802 είχε επτά οικογένειες, σύμφωνα με τον Πουκεβίλ. Σε επίκαιρη θέση μέσα στο χωριό σώζεται Πύργος ή Κούλια, όπου έμενε ο Τούρκος αγάς, στον οποίο ανήκαν τα καλλίτερα χωράφια επί Τουρκοκρατίας. Μια ισχυρή τοποθεσία στο ύψωμα «Τσαγκάρη» που είναι μαζί και ασφαλής δρόμος διαφυγής, λέγεται «Λημέρι του Κατσαντώνη». Σημαντική ήταν η προσφορά στην επανάσταση του 1821, παρά το μικρό του μέγεθος.

Από το 1998 ανήκει ως Δημοτικό διαμέρισμα στο Δήμο Αστακού ενώ από το 2011 στον νεοσύστατο δήμο Ξηρομέρου. Οι κάτοικοί του ασχολούνται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Κύρια γεωργικά προϊόντα είναι τα σιτηρά, το τριφύλλι, το καλαμπόκι και μέχρι πρόσφατα ο καπνός. Περιζήτητη ήταν η φακή της Χρυσοβίτσας, η οποία βραβεύθηκε στη Διεθνή Έκθεση Θεσ/νίκης. Η περιοχή είναι ιδανική για χειμαδοτόπι.

Στη θέση απέναντι από το χωριό σ΄ ένα κωνοειδές ύψωμα, γνωστό ως «κάστρο» ήταν χτισμένα τ΄ αρχαία Κόροντα, των οποίων η ακρόπολη σώζεται νοτιοανατολικά του σημερινού χωριού. Η ονομασία είναι προελληνική και βρέθηκαν όστρακα της Μεσολιθικής εποχής (1900-1580π.Χ). Οι δυο θολωτοί τάφοι, που βρέθηκαν το 1956 ανήκουν στην Υστεροελλαδική εποχή 3 (1425-1100π.Χ).
Σώζονται τα κυκλώπεια τείχη της πόλεως και έχουν βρεθεί αρχαίοι τάφοι με σημαντικά ευρήματα αφού ήταν από τις σημαντικότερες πόλεις των Ακαρνάνων. Όλα αυτά μαρτυρούν την ύπαρξη της πόλεως από την προϊστορική εποχή όπως και το προελληνικό όνομα της. Το τείχος της είναι από τα καλύτερα δείγματα Ακαρνανικής τειχοποιϊας, η δε πόλη χρονολογείται γύρω στα 1800π.Χ. Πάνω στην αρχαιοελληνική πόλη θεμελιώθηκε η ιστορική πόλη, στην οποία αναφέρει και ο Θουκυδίδης (Β΄ 102, 1) όταν στην διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου εκδιώχθηκε η Σπαρτιατόφιλη μερίδα με την βοήθεια των Αθηναίων και κατέλαβε την αρχή ο Κύνης ο Θεολύτου. Αργότερα η πόλη γνώρισε τη δήωση και την καταστροφή κατά την εκστρατεία του Αγησιλάου. Η πόλη είχε τρεις πύλες εντυπωσιακής τεχνικής, μια ανατολική, μια βόρεια και μια βορειοδυτική με κεντρική τη δεύτερη στην οποία υπήρχαν εκατέρωθεν του δρόμου τάφοι. Λίγο πιο μέσα από την κεντρική πύλη και μετά το δεύτερο περίβολο υπάρχει ημικυκλικό κτίσμα με μεγάλους δρόμους. Από την ανασκαφική έρευνα του 1956 αποκαλύφθηκε η αγορά με πολλά ενδιαφέροντα κτίσματα, μια θαυμάσια δεξαμενή κι ο ναός κτίσμα του Δ΄ π.Χ. αι. δωρικού ρυθμού και περίπτερος, που ήταν αφιερωμένος σε γυναικεία θεότητα.

Στο εκκλησάκι του Αϊ Θανάση αποκαλύφθηκε η θεμελίωση άλλου ναού, πιο κάτω στο πηγάδι Σορόκι βρέθηκαν τα θεμέλια πολλών κατοικιών και μερικά πήλινα αγγεία της καθημερινής ζωής και μέσα στην κοίτη του Γερομπόρου ένα θαυμάσια διατηρημένο και εξαιρετικής τέχνης αρχαίο πηγάδι. Στην πόλη έχουν βρεθεί αρχαίοι τάφοι με σημαντικά ευρήματα, όπως κοσμήματα, νομίσματα, αγγεία κ.α. Ευρήματα της πόλεως από τις ανασκαφές που έγιναν το 1906 από τον Γ. Σωτηριάδη και το 1956 από τον Ν. Ζαφειρόπουλο βρίσκονται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αγρινίου.












































Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου


Tα άρθρα που δημοσιεύωνται στο vlyziana news δεν εκφράζουν απαραίτητα και την θέση του ιστολογίου μας,δημοσιεύουμε κάθε άρθρο που κατά την γνώμη μας είναι ενδιαφέρον για ενημέρωση,σκέψη και προβλήματισμό. Το vlyziana news προτείνει το σχολιασμό την διαφορετική άποψη μέσα στα νόμιμα πλαίσια με σεβασμό στον απέναντι.Διατηρούμε το δικαίωμα να μην δημοσιεύουμε ένα άρθρο ή σχόλιο όταν δεν τηρούνται οι κανόνες.
Το vlyziana news ουδεμία αστική και ποινική ευθύνη φέρει για τα άρθρα που αναδημοσιεύει η ευθύνη ανήκει στους συντάκτες των αρθρων.

Όλα τα κείμενα και τα σχόλια θα εμφανίζονται μετά την έγκρισή τους.
Μηνύματα συκοφαντικά ή υβριστικά θα διαγράφονται.